18/5/12

Αγγελική Μπολουδάκη #2 : Το καλωσόρισμα ενός παιδιού



Όταν ένα παιδί έρχεται στον κόσμο περιμένει από μας να το καλωσορίσουμε, να του δώσουμε χώρο στη ζωή μας. Για να αποκτήσει οντότητα, να γεμίσει η ύπαρξη του με ζωή, χρειάζεταικάθε φορά που το κοιτάμε στα μάτια να νιώθει πως το αγαπάμε βαθιά. Αγαπάμε εκείνο και όχι τον εαυτό μας μέσα από εκείνο.

Όταν ένα παιδί ανοίγει τα μάτια του στον κόσμο, λαχταρά να το καθρεφτίσουμε, για να μπορέσει να αναγνωρίσει αργότερα τα χαρακτηριστικά του. Χωρίς το δικό μας βλέμμα, το δικό του στρέφεται στο κενό. Δεν έχει εικόνα να αντικρίσει. Περιμένει να ονομάσουμε τα χαρακτηριστικά του, τα οποία αποτυπώνονται μέσα του, όσο παρατηρεί στη ματιά μας το θαυμασμό μας για εκείνο. Αν η περιγραφή είναι στείρα, τότε η δική του εικόνα γίνεται θαμπή. 



Όταν αργότερα κάποιος απευθυνθεί σε αυτό το χαρακτηριστικό (πόσο έξυπνος είσαι) δε θα μπορέσει να το ακούσει, να το δεχτεί ως μέρος της προσωπικότητάς του. Οι γονείς προσφέρουν το βάπτισμα και κάθε τι που περιγράφουν με περηφάνια αποτυπώνεται μέσα του με ανεξίτηλο τρόπο. 

Υπάρχουν παιδιά με δυνατότητες, που όμως δε βρήκαν θέση στην καρδιά των γονιών τους, για να τις αναγνωρίσουν και να τις επισφραγίσουν στην προσωπικότητά τους. Αυτά τα χαρακτηριστικά, λοιπόν, αποκτούν προσωρινή θέση στη ζωή τους και δεν μπορούν να εδραιωθούν στον ψυχισμό τους. Κάθε φορά που μια αρνητική συγκυρία τους κλυδωνίζει, αμφισβητούν την προσπάθεια τους, ακυρώνουν το αποτέλεσμα, απορρίπτουν τον εαυτό τους. Η αξία τους δεν έχει ριζώσει και σκορπίζεται στον άνεμο.


Οι γονείς έχουν πολύ μεγάλη δύναμη για τα παιδιά τους. Κάθε παιδί είναι ένας πίνακας. Πάνω του ζωγραφίζουν οι γονείς με επιτηδειότητα και τέχνη ό,τι παρατηρούν στο παιδί τους. Οι παραστάσεις βέβαια πρέπει να καθρεφτίζουν το παιδί και όχι τις δικές τους ανάγκες και τις δικές τους απωθημένες επιθυμίες.


Υπάρχουν γονείς που τα τραύματα τους είναι τέτοια που δεν μπορούν να δουν καθαρά το παιδί τους. Βλέπουν σε εκείνο αυτό που θα ήθελαν να δουν και όχι αυτό που πραγματικά είναι. Προσδοκούν από εκείνο να γίνει αυτό που δεν έγιναν οι ίδιοι, ίσως γιατί δεν είναι ευχαριστημένοι από τον εαυτό τους παρά τις επιτυχίες τους. Περιμένουν πως το παιδί τους θα γίνει εκείνο το ιδανικό παιδί που θα σβήσει τα δικά τους σημάδια, για να νιώσουν περηφάνια για τον εαυτό τους.


Ελπίζουν πως, αν αυτό το παιδί δοθεί σε ένα αγώνα να κερδίσει το έπαθλο, μπορεί να τους το προσφέρει και κάθε ανάμνηση ήττας να ξεχαστεί. Σαν οι αναμνήσεις να στοιχειώνουν τη μνήμη και κάνουν ένα γονιό ανήμπορο να λυτρωθεί από τις πληγές του. Με τα τραύματά του αλληλεπιδρά με το παιδί του. Ενδόμυχα ελπίζει πως το παιδί μέσα από τις νίκες του θα καθησυχάσει τις αγωνίες του, θα θεραπεύσει τα τραύματά του και θα φέρει τη χαρά στη ζωή του.


Ένα παιδί περιμένει να το καθρεφτίσουμε για να αποκτήσει οντότητα. Αν εμείς το κοιτάμε με τρόπο που του ζητάμε να διορθώσει το δικό μας καθρέφτη, τότε η εικόνα του παραδίδεται στο κενό. 


Ένα παιδί έχει δικαίωμα στην επιτυχία, στην αποτυχία, στα σωστά και στα λάθη. Αυτά διαμορφώνουν την προσωπικότητα του. Το κάθε τι στη ζωή του αποτελεί εμπειρία ζωής που σταλάζει μέσα του γνώση. Αν εμείς το βοηθήσουμε μένοντας δίπλα του σε όλες αυτές τις συγκυρίες, τότε μια αίσθηση οικειότητας το συνοδεύει και αποδιώχνει τους φόβους του. Κάθε φόβος που αιχμαλωτίζει τη ψυχή του προέρχεται από τον τρόμο της μοναξιάς και της εγκατάλειψης. ‘Τώρα που απέτυχα θα με εγκαταλείψουν’. ‘Τώρα που τα κατάφερα ίσως με αγαπήσουν περισσότερο’.


Για να δεχτεί τη χαρά στη ζωή του και να αντιμετωπίσει τη θλίψη, χρειάζεται γονείς που θα τον αγαπούν σε όλες του τις στιγμές. Αν οι γονείς του αποσύρονται, όταν αντιμετωπίζει μια δοκιμασία, τότε ο ψυχικός του κόσμος θρυμματίζεται. Απορρίπτει τον εαυτό του που δεν κατάφερε να προσκαλέσει το βλέμμα επιδοκιμασίας των γονιών του και η εικόνα του ραγίζει. Κάθε ήττα το βυθίζει στον πόνο, κάθε αποτυχία τον κάνει να απορρίπτει τον εαυτό του. Κάθε απόσυρση τον αφανίζει. Αν οι γονείς του δεν είναι δίπλα του στις χαρούμενες στιγμές, αλλά τις θεωρούν δεδομένες, τότε δεν αναγνωρίζει τις προσπάθειες του. Η νίκη τον αφήνει αδιάφορο. Η χαρά δεν βρίσκει χώρο να φωλιάσει στην καρδιά του. Και οι επιτυχίες τον εγκαταλείπουν, γιατί τις προσπερνά. Αν οι γονείς του περηφανευτούν για τις επιτυχίες του θεωρώντας τις ως δικές τους, τότε ο ρόλος του θύματος τον περιμένει και τον αναπαράγει σε όλες του τις σχέσεις. Θεωρεί πως το κάθε τι που κερδίζει το οφείλει σε κάποιον άλλον και, όταν ετοιμάζεται να κατακτήσει τη νίκη και να χαρεί με το έπαθλο, γυρεύει απεγνωσμένα κάποιον να του το παραδώσει.


Όταν οι γονείς είναι γονείς για τα παιδιά τους, τότε και το παιδί αναλαμβάνει το ρόλο του. Γεύεται τις επιτυχίες του και ικανοποιείται από αυτές, δέχεται τις αποτυχίες και ωριμάζει από τα μαθήματα που του αφήνουν, ενώ η κάθε κατάσταση γίνεται μέσο και όχι αυτοσκοπός. Ο σκοπός του είναι να είναι άνθρωπος. Μόνο όμως, αν τον βοηθήσουν οι γονείς του σε αυτό, μπορεί να τα καταφέρει. Διαφορετικά ένα πυκνό σκοτάδι τον περιμένει, όπου γυρεύει ένα φως για να φωτίσει την εικόνα του, αλλά η φλόγα στην οποία καταφεύγει, δε επαρκεί για να φωταγωγήσει την ύπαρξη του.

Αγγελική Μπολουδάκη, Ειδικός Ψυχικής Υγείας - Συγγραφέας

16/5/12

Αγγελική Μπολουδάκη #1 : Η συναισθηματική παρουσία των γονιών στις ανάγκες των παιδιών τους



Είναι σα να πρέπει ένας ν’ ανεβεί πέντε χαμηλά σκαλιά και ένας δεύτερος μόνο ένα σκαλί…το ίδιο ψηλό όπως εκείνα τα πέντε μαζί. Ο πρώτος δε θα περάσει μόνο τα πέντε, αλλά και άλλα εκατό και χίλια ακόμα…ενώ ο δεύτερος επειδή δε το φτάνει, δε μπορεί φυσικά και να το ξεπεράσει.
Γράμμα στον πατέρα, Φ.Κάφκα


Οι γονείς καλούνται να αναλάβουν τα παιδιά τους. Να φιλοξενήσουν τις ανησυχίες τους, να συναισθανθούν τους φόβους τους, να τα κατανοήσουν. Να είναι κοντά τους, ώστε εκείνα να γνωρίζουν που θα ακουμπήσουν τις δύσκολες στιγμές τους και με ποιόν θα μοιραστούν τις όμορφες.
Οι γονείς έχουν μια υποχρέωση. Να αναλάβουν το ρόλο όχι μόνο του γεννήτορα, αλλά εκείνου που θα κάνει το παιδί του να νιώθει ασφάλεια, ώστε να μπορεί να νιώθει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, για να μπορεί να ανοίξει πανιά και να ταξιδέψει αυτόνομα σε θάλασσες φουρτουνιασμένες και γαλήνιες.
Για να είναι η ζωή του μια πρόσκληση προς την αλλαγή, για να μπορεί να την καλωσορίζει και να μην σκοτεινιάζει ο ουρανός του, κάθε φορά που κάτι καινούργιο προσπαθεί να τον κάνει να το καλοδεχτεί και να μπορεί να το αξιοποιεί προς όφελος του.
Όταν ο γονιός πιέζει το παιδί του, να παίρνει από νωρίς τα ηνία και να αναλαμβάνει πράγματα που είναι παράταιρα για την ηλικία του, τότε το παιδί το αντιλαμβάνεται ως ένα χρέος που θα πρέπει να το αναλάβει. Αναλαμβάνει έτσι και το γονιό του αλλά και εκείνο που βεβιασμένα του έχει αναθέσει, κρύβοντας τα συναισθήματα του, θάβοντας τα κάτω από μία βαθιά θλίψη..
Γίνεται ο ενήλικας που αναλαμβάνει όλους του άλλους, θυσιάζοντας τον εαυτό του ή εκείνος που θυσιάζει τους άλλους (σύντροφο, φίλους, τα δικά του παιδιά ) στο βωμό της ανάγκης να δικαιολογήσει το γονιό του.
Η ζωή του γίνεται ένα χρέος, μια υποχρέωση που τον ακολουθεί. Βάζει στην άκρη τις δυνατότητες του, όσο προσπαθεί αδιάκοπα για τους άλλους, προσπαθώντας και σπαταλώντας τον εαυτό του για εκείνους, ενώ δεν αναγνωρίζει και δεν εκτιμά στοιχεία του χαρακτήρα του, που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν στην εξέλιξη του.
Συγκρούεται μέσα του και ενώ η καρδιά του τον καλεί να υπακούσει στις δυνατότητες του, μια ανάμνηση ενός χρέους που κάποιος δεν ανέλαβε, στο χρόνο που έπρεπε, είναι από μόνη της ικανή για να τον σταματήσει.
-Ο πατέρας μου δεν με υποστήριζε συναισθηματικά και οικονομικά. Όμως δεν ζήλευα τους φίλους μου ή έτσι νόμιζα, γιατί ήξερα βαθιά μέσα μου ότι έπρεπε να τον αναλάβω. Να τον κατανοήσω που πίστευε ότι μπορούσα να τα καταφέρω μόνος μου, από παιδί. Ακόμα κι όταν δεν μπορούσα. Αυτή η υποχρέωση με συνοδεύει στις σχέσεις μου. Αισθάνομαι πως πρέπει να κάνω τα πάντα για τους άλλους μήπως με προσέξουν και τον εαυτό μου τον αφήνω στο περιθώριο της ύπαρξης μου… Δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω την πραγματικότητα, η οποία τις περισσότερες φορές λειτουργεί καταλυτικά στη ψυχή μου, και κάθε φορά που έρχομαι αντιμέτωπος με αυτήν ενοχοποιώ την εαυτό μου, ενώ κάθε φορά που τολμώ, μια φοβερή σύγκρουση διεξάγεται μέσα μου και με ακινητοποιεί… Μήπως δεν αξίζω την νίκη, μήπως πρέπει να παραμείνω ένας ουραγός, γιατί αυτό ουσιαστικά ήθελε εκείνος από μένα, ώστε να παραμείνω εξαρτημένος από εκείνον, παίρνοντας την θέση εκείνων που δεν μπόρεσε να κρατήσει;
- Ο πατέρας μου δεν συμφωνεί με το αντικείμενο σπουδών που επέλεξα. Συχνά εναντιώνεται στις προσπάθειες μου. Νιώθω αδύναμος κι όσο κι αν έχω την υποστήριξη της μητέρας μου, νιώθω την ανάγκη να τα παρατήσω ή να μην προσπαθήσω αρκετά. Νιώθω μόνος μου χωρίς εκείνον και όσο και αν κατανοώ λογικά πως αυτή η συμπεριφορά του αφορά τις δικές του δυσκολίες, τις οποίες επειδή δεν μπορεί να διαχειριστεί τις μεταθέτει σε μένα, θεωρώντας με υπεύθυνο για όλες τις υποτιθέμενες αδικίες που έχει υποστεί, παρόλα αυτά συναισθηματικά νιώθω ευάλωτος και στη σκέψη πως θα κάνω μια επιλογή την οποία δεν εγκρίνει ο ίδιος, λυγίζω και αναρωτιέμαι μήπως πρέπει να παραμείνω, για να γίνω το ερημονήσι του στο ναυάγιό του…
Οι σκέψεις γίνονται πληγές και οι επιλογές πλέον γίνονται με γνώμονα είτε να δικαιολογήσουν το λάθος, αποσιωπώντας τις δικές τους ανάγκες και μπαίνοντας στη θέση του θύματος, είτε να εκδικηθούν μεταφέροντας σε άλλους ανθρώπους το θυμό τους..
Όταν ένας γονιός απουσιάζει από τις υποχρεώσεις του, τουλάχιστον μέχρι την ηλικία που ο νέος άνθρωπος καλείται να αναλάβει τις ευθύνες του μόνος του, τότε οδηγεί το παιδί του είτε σε παραίτηση είτε σε βεβιασμένες επιλογές, νιώθοντας συχνά ένα βάρος δυσβάσταχτο στους ώμους του. Ένα συναισθηματικό βάρος τον ακολουθεί που τον θλίβει και δεν τον αφήνει να χαρεί αυτά που έχει δημιουργήσει με δικές του προσπάθειες. Όταν προσπαθεί, η μοναξιά που ένιωσε τότε, τον κάνει συχνά να αναστέλλει τον αγώνα του και όταν τα καταφέρνει, η γεύση της ανάμνησης γιατί δεν ήταν κοντά του εκείνος είναι πικρή και αλλοιώνουν την χαρά που δεν μπορεί να εγκατασταθεί μέσα του, γιατί η αίσθηση της απουσίας καταλαμβάνει τη ζωή του .
Όταν βιάσομε ένα μπουμπούκι να ανοίξει, τότε το καταστρέφομε. Πρέπει να περιμένομε υπομονετικά, να ακολουθήσομε τους ρυθμούς του και μόνο όταν διαπιστώσομε ότι νοσεί, τότε θα πρέπει να επέμβομε. Όταν ένα βρέφος μπουσουλάει δεν το αναγκάζομε να κάνει άλματα, επειδή εμείς στην ηλικία του φαντασιώναμε πως τρέχαμε. Ένα παιδί, όταν κάνει τα λάθη του, δεν το εκδικούμαστε γιατί στο πρόσωπό του βλέπουμε τον εαυτό μας ή τον γονιό του χρεώνοντάς του τα δικά μας λάθη ή λάθη άλλων. Όταν ένας έφηβος μας πει μπορώ μόνος μου τον εμπιστευόμαστε, αλλά είμαστε κοντά του συναισθηματικά παρόντες, ώστε να συναισθανθεί τη διαθεσιμότητα μας, για να μπορεί να προχωρήσει στη ζωή του. Κι όταν ένας νέος χρειάζεται ώθηση στα νέα του ξεκινήματα, είμαστε δίπλα του με τον τρόπο που μπορεί ο καθένας μας, ώστε να αισθανθεί την παρουσία των γονιών του και να πάρει την δύναμη που χρειάζεται στα πρώτα του βήματα.
Όταν οι γονείς απουσιάζουν, τότε εμφανίζεται στο παιδί το σύμπτωμα (κατάθλιψη, βία, εξαρτήσεις κ.α) που τους καλεί να ενδιαφερθούν. Γιατί άραγε ένα σύμπτωμα να έχει περισσότερη δύναμη από τους γονείς;

Αγγελική Μπολουδάκη, Ειδικός Ψυχικής Υγείας